Σε αυτή την «ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕ ΤΗ ΣΟΥΡΤΟΥΚΑ» θα αναρωτηθούμε τι σχέση μπορεί να έχουν ένα τραγούδι, μερικά ψάρια και… η δικτατορία του Μεταξά και θα παρακολουθήσουμε μια ιστορία δίωξης, γελοιότητας και παραλογισμού. Σουρτούκες και Σουρτούκηδες αυτή είναι η ιστορία της ΒΑΡΒΑΡΑΣ του πρώτου λογοκριμένου τραγουδιού της ελληνικής μουσικής. Οι περιβόητοι στίχοι…

Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει

και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια.

Το καλάμι της στο χέρι, κι όλη νύχτα στο καρτέρι

περιμένει να τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει.

Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος

της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει.

Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει τον αγκίστρωσε τον πιάνει

τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια.

Κοίταξε μωρή Βαρβάρα, μη σου μείνει η λαχτάρα

τέτοιος κέφαλος με νύχι, δύσκολα να σου πετύχει.

Βρε Βαρβάρα μη γλιστρήσει και στη θάλασσα βουτήξει

βάστα τον απ’ το κεφάλι μη σου φύγει πίσω πάλι.

Στο καλάθι της τον βάζει κι από την χαρά φωνάζει

έχω τέχνη έχω χάρη ν’ αγκιστρώνω κάθε ψάρι.

Για ένα κέφαλο θρεμμένο όλη νύχτα περιμένω

που θα `ρθεί να μου τσιμπήσει το καλάμι να κουνήσει.

Η Βαρβάρα ηχογραφείται αρχές του 1936 στην Columbia, με την υπογραφή του Παναγιώτη Τούντα, μουσικού και τότε καλλιτεχνικού διευθυντή της δισκογραφικής. Την τραγουδάει ο Στελλάκης Περπινιάδης υπό τους ήχους της ορχήστρας του Γιοβάν Τσαούς.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί στην Αμερική από τον Τέτο Δημητριάδη.

Στη συνείδηση του κόσμου οι στίχοι της Βαρβάρας συνδέονται με τη Λουλού Μεταξά. Κόρη του δικτάτορα και αρχηγός του γυναικείου τμήματος της ΕΟΝ φημολογούνταν, ότι απολάμβανε μια ιδιαίτερα δραστήρια ερωτική ζωή, πράγμα που στο σινάφι τους λογίζονταν ως ανεπανόρθωτη ντροπή για τον πατέρα της.

Κοτζάμ Μεταξάς ήταν αυτός…

Το περιεχόμενο είναι “πονηρό”, η διαφήμιση μεγάλη και η Βαρβάρα τραγουδιέται παντού, γίνεται ανάρπαστη και πουλάει πάνω από 90.000 δίσκους, νούμερο ρεκόρ για την εποχή.

Και γίνεται ο κακός χαμός!

Οι συντηρητικοί κύκλοι ερεθίζονται, μάλλον ποικιλοτρόπως… Εφημερίδες της εποχής οργιάζουν για την προσβολή των χρηστών ηθών… Και το καθεστώς σπεύδει να προστατεύσει το λαό του από την αισθητική και ηθική κατρακύλα…

Το « Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού» χαρακτηρίζει το τραγούδι ΑΣΕΜΝΟ και εκδίδει εγκύκλιο, με την οποία απαγορεύει την κυκλοφορία της Βαρβάρας, ποινικοποιεί την πώληση, την ακρόαση και το ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΑ της!

Σε εφημερίδα της εποχής διαβάζουμε:

« Η «ΒΑΡΒΑΡΑ» ΑΠΗΓΟΡΕΥΘΗ- Υπό των οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας κατασχέθησαν οι φωνογραφικοί δίσκοι του γνωστού λαϊκού τραγουδιού «Η Βαρβάρα», καθ’ όσον εχαρακτηρίσθη τούτο ως άσεμνον. Οι κατασχεθέντες δίσκοι απεστάλησαν εις την εισαγγελία των πλημμελειοδικών διά τω περαιτέρω».

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1936.

Οι αφοί Λαμπρόπουλοι, ιδιοκτήτες της Columbia και εκδότες του δίσκου, ο Παναγιώτης Τούντας, ο Στελλάκης Περπινιάδης και 90 καταστηματάρχες που πουλούσαν ή αναπαρήγαγαν το δίσκο παραπέπονται σε δίκη.

Οι Λαμπρόπουλοι υποδεικνύουν τον Τούντα ως υπεύθυνο δισκογραφικών εκδόσεων και απαλλάσσονται. Ο Στελλάκης δηλώνει “μισθωτός”, υποδεικνύει επίσης τον Τούντα, πληρώνει μικρό πρόστιμο και δέχεται σοβαρότατη επίπληξη, διότι τόλμησε να τραγουδήσει τέτοιο άσμα άσεμνο, ενώ ήταν ιεροψάλτης. Ο Τούντας λογίζεται ως υπεύθυνος της όλης κατάστασης και πληρώνει ένα βαρύτατο πρόστιμο.

Η ιστορία όμως δε σταματά εκεί. Βγαίνει αμέσως νέο τραγούδι, με την ίδια μελωδία, διαφορετικούς αλλά επίσης πικάντικους στίχους και τον τίτλο «Η Μαρίκα η δασκάλα»

Κυκλοφορεί με το Στελλάκη από την Columbia και το Ρούκουνα από την Odeon.

Οι νέοι στίχοι ήταν οι εξής:

Η Μαρίκα η δασκάλα πο `χει σπίτια δυο μεγάλα

το πρωί στις έξι βγαίνει και στην αγορά πηγαίνει

το καλάθι της κρατάει και με όρεξη κοιτάει

να `βρει τρυφερό μοσχάρι ή κανένα φρέσκο ψάρι

Ένας νιος λεβέντης πρώτης ο ψαράς ο Παναγιώτης

τη δασκάλα τη γνωρίζει και τηνε καλημερίζει

έχω δυο λαβράκια φίνα που `ρθαν τώρα απ’ τη Ραφήνα

πάρε το `να το βράσεις μια ψαρόσουπα να φτιάξεις

Το λαβράκι δε μου κάνει θέλω ψάρι για τηγάνι

κι αν δεν εύρω παλαμίδα παίρνω γόπα ή μαρίδα

κι αν δεν εύρω τέτοια ψάρια παίρνω μιαν οκά παντζάρια

βάζω και λιγάκι λάδι και μασάω και το βράδυ

Έτσι κάθε μέρα βγαίνει κι όμως τίποτα δεν παίρνει

η τσιγκούνα η δασκάλα πο `χει σπίτια δυο μεγάλα

κάθε τρυφερό τσ’ αρέσει μα φοβάται να ξοδέψει

κι έτσι απ’ την τσιγκουνιά της μένει άδεια η κοιλιά της

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟ.

Το 1936 είναι η σειρά του «Μανωλιού και της Δημητρούλας». Ίδια μελωδία, άλλοι στίχοι, ερμηνευτής ο Στελλάκης.

Ο Μανώλης ο καημένος είναι πάλι ερωτευμένος

κι αγαπά τη Δημητρούλα, κοντοστρουμπουλή μικρούλα.

Δυο φορές την εβδομάδα, τη πηγαίνει στη Γλυφάδα,

για να βρουν καλαμαράκι και μπαρμπούνι με μουστάκι.

Κάνουν την παραγγελία και μ’ αυτήν την ευκαιρία,

παίρνουν βάρκα και τραβάνε, παρά πέρα για να πάνε,

να φορέσουν τα μαγιό τους και να κάνουν το λουτρό τους

κι από τη μικρή βαρκούλα, πέφτει πρώτη η Δημητρούλα.

Κι ο Μανώλης απ’ την άλλη, κάνει μια βουτιά μεγάλη,

μακριά από τη βαρκούλα και κοντά στη Δημητρούλα.

Εχουν βλέπεις τέτοια χάρη, είναι αχώριστο ζευγάρι

και στη θάλασσα ακόμα μια ψυχή και ένα σώμα.

Κι απ’ τη θάλασσα δροσάτοι, βγαίνουν μ’ όρεξη γεμάτοι,

για να φαν’ καλαμαράκια και μπαρμπούνια με μουστάκια.

Πίνουνε και ρετσινούλα, Μανωλιός και Δημητρούλα

και μ’ αυτοκινητάδα παίρνουν δρόμο απ’ τη Γλυφάδα.

Μαντέψτε…ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ.

Έχουμε πλέον 1940 και η ίδια πάντα μελωδία ντύνει το αντιμουσολινικό τραγούδι «Άκου Ντούτσε μου τα νέα». Ε… αυτό δεν απαγορεύτηκε…

Η Βαρβάρα δεν είναι βεβαίως ένα μεμονωμένο περιστατικό, παρά μια ενδεικτική περίπτωση. Το 1936 η δικτατορία του Μεταξά απαγορεύει καθολικά τους αμανέδες ως «τουρκοειδή» άσματα και διώκει ανηλεώς το ίδιο το μπουζούκι. Ένα χρόνο πριν ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε απαγορεύσει τους αμανέδες ως «ελληνικό κατάλοιπο».

Προσπαθούσανε οι άνοες μα πονηροί, να βάλουν σύνορα στις νότες.

ΥΓ. Οι περισσότερες πληροφορίες έχουν αντληθεί απ’το άρθρο του Πάνου Σαββόπουλου «Η Βαρβάρα και τα ρεμάλια» στο προσωπικό του blog panossavopoulos.gr